Ο δρόμος προς την κοινή επιμέλεια. Μέρος A'

  

   Το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών δεν είναι θέμα που αφορά τα φύλα. Είναι πάνω και πέρα από τα φύλα. Είναι μια σοβαρή υποχρέωση των γονέων ανεξάρτητα από οικογενειακή κατάσταση.

   Το ζήτημα σήμερα είναι η αντίθεση ανάμεσα σε δυο μοντέλα ανατροφής παιδιών. Αυτό της ανατροφής κυρίως από έναν γονιό και ο άλλος επισκέπτης -συγγενής σε αντιδιαστολή με την ανατροφή και από τους δύο γονείς χωρίς διακρίσεις και στερεότυπα.

 

Όπως οφείλουν οι γονείς που βρίσκονται σε γάμο να συνεργάζονται στην ανατροφή του παιδιού έτσι ακριβώς οφείλουν και στο χωρισμό να συνεχίσουν να συνεργάζονται και αν δεν το καταλαβαίνουν,καθώς είναι αποδιοργανωμένοι λόγω της αντιδικίας, οφείλουμε ως πολιτεία και ως κοινωνία να τους δείξουμε το δρόμο ακόμα και αν στην αρχή χρειαστεί να το επιβάλουμε.

 

Είναι δεδομένο ότι μπροστά στο συμφέρον του παιδιού να ανατρέφεται και από τους δύο γονείς κάμπτεται κάθε άλλο συμφέρον ενήλικα γονέα ανεξάρτητα φύλου.

Είναι δεδομένο ότι κάθε παιδί έχει ανάγκη και τους δύο γονείς του στην καθημερινότητα του. Στο χωρισμό αυτό μπορεί να γίνει σε δυο σπίτια αφού οι γονείς χωρίζουν σαν ζευγάρι και αυτό είναι δικαίωμα τους. Δύο σπίτια, δύο δωμάτια, δύο οδοντόβουρτσες, δύο αγκαλιές για το παιδί είναι δικαίωμα του παιδιού και υποχρέωση τους ως γονείς.

Το πως στην κάθε περίπτωση μπορεί να υλοποιηθεί ο καλύτερος γονεϊκός προγραμματισμός αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, διαλόγου, διαβούλευσης με ειδικούς και εντέλει απόφασης του δικαστή επί της διαφοράς. Έτσι και μετά την σύνταξη λεπτομερέστατου προγράμματος αποφεύγονται διενέξεις λόγω των αρνητικών συναισθημάτων και της έλλειψης εμπιστοσύνης που πιθανόν να υπάρχουν στους γονείς λόγω του διαζυγίου και καλλιεργείται η αναγκαία συνεργασία τους στην ανατροφή του παιδιού.

Έστω και σε διαφορετικά σπίτια για το παιδί και την ανατροφή του διασφαλίζονται δύο μυαλά, τέσσερα χέρια, δύο γονείς για κάθε παιδί.

      Τι λέει στους γονείς ως κατεύθυνση η πολιτεία σήμερα ;

   Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μόνο της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο Δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανηλίκου είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

                      Αληθινό συμφέρον του τέκνου μια αόριστη νομική έννοια!

  Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχεία πέραν του επιβαλλόμενου στον δικαστή καθήκοντος να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής-οικονομικής κατάστασης τους. Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της ανάθεσης της επιμέλειας μόνο στον ένα ή στον άλλο από τους γονείς, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη βρεφική ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται βιοκοινωνικη υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στη δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τα τυχόν αδέλφια του. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 121/2011, ΑΠ 414/2010, ΑΠ 1316/2009, ΑΠ 952/2007 Νόμος).

Στην δικαστηριακή πράξη όμως αυτό που αφορά μόνο την πρώιμη βρεφική ηλικία –λόγω της δογματικής ερμηνείας του Αρείου Πάγου–, τελικά εφαρμόζεται γενικά σε όλες τις Δικαστικές αποφάσεις ανεξάρτητα από την ηλικία του παιδιού.   περισσότερα δείτε εδώ
 

       Πώς εφαρμόζεται ο ΑΚ στα δικαστήρια ;

Σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συμβίωσης, οι επιλογές του δικαστηρίου για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας των τέκνων γεννημένων σε γάμο είναι οι ακόλουθες τέσσερις:

Α. Να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε ένα από τους γονείς,

Β. Να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους 2 γονείς από κοινού

Γ. Να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και

Δ. Να την αναθέσει σε τρίτον.

   Τι συμβαίνει όμως στην πράξη στις δικαστικές αποφάσεις σε αντιδικία;

Σύμφωνα με την έρευνα του ΓΟΝ.ΙΣ. στα αρχεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε όλες τις Δικαστικές Αποφάσεις του έτους 2007, η περίπτωση Α εφαρμόζεται στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων αντιδικίας αναθέτοντας την αποκλειστική επιμέλεια στην μητέρα σε ποσοστό 92.10%, στον πατέρα σε ποσοστό 7.16 % και σε τρίτο σε ποσοστό 0.74 % των περιπτώσεων.   Η επιλογή Γ δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση όλο το έτος του 2007.  περισσότερα δείτε εδώ

Επομένως η πρακτική που ακολουθούν οι δικαστές στην αντιδικία των γονέων είναι η ανάθεση αποκλειστικής επιμέλειας σε ένα από τους δυο γονιούς (Α) ή σε τρίτο( Δ) σε ποσοστό 100%. Τα τελευταία χρόνια η επιλογή Γ (δηλαδή της κατανομής λειτουργικά ή χρονικά της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων) άρχισε να εμφανίζεται σε κάποιες αποφάσεις που σταδιακά και αργά αυξάνονται.

Είναι γεγονός, ότι η παγιωμένη πρακτική της ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας του παιδιού στον έναν γονέα, καλλιεργεί σε αυτόν την πεποίθηση ότι η επιμέλεια αποτελεί ατομικό του δικαίωμα, το οποίο εκτείνεται μέχρι του σημείου του αποκλεισμού του άλλου γονέα από τη ζωή του παιδιού, αφού αντιδιαστέλλεται κατά την πεποίθησή του προς το δικαίωμα του άλλου γονέα σε επικοινωνία με το παιδί.

Είναι επίσης γεγονός, ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει με διαφορετικό τρόπο ακόμα και σήμερα. (παρότι 40 χρόνια δεν το επιλέγει πάρα σπάνια). Οι λίγες αυτές αποφάσεις που διαφοροποιούνται προς την άσκηση από κοινού της επιμέλειας του τέκνου έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ενώ καταδεικνύουν την αλλαγή που έχει επέλθει ήδη στην κοινωνία. Οι δικαστές αποτύπωσαν, έστω και καθυστερημένα την αλλαγή αυτή. Έκαναν αυτό που μπορούσαν με το ισχύοντα νόμο κατανέμοντας χρονικά την γονική μέριμνα, είτε εναλλάσσοντας την άσκηση-κατανομή της επιμέλειας, είτε αναθέτοντας μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ορισμένο τομέα και παρά τη σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους, να ασκείται η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, εναλλακτικά ανά δεκαπέντε (15) ημέρες από κάθε γονέα. Μπορεί και σήμερα ένα δικαστήριο να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας και να αναθέσει μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ένα ορισμένο τομέα. Μόλις τα τελευταία 10 χρόνια έχουν εκδοθεί μερικές αποφάσεις που παρότι είναι στην σωστή κατεύθυνση της από κοινού ανατροφής δεν είναι ο κανόνας, ούτε επαρκούν για την αλλαγή της νοοτροπίας.

 

Όταν το συμφέρον του τέκνου το επιβάλλει, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει διαφορετική ρύθμιση και κυρίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας και να αναθέσει μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ορισμένο τομέα (ΕφΘεσ 1831/2014 Α΄ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)

Όταν το συμφέρον του τέκνου το επιβάλλει, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει ρύθμιση και κυρίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας και να αναθέσει μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ορισμένο τομέα και παρά τη σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους, να ασκείται η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, εναλλακτικά ανά δεκαπέντε (15) ημέρες από κάθε γονέα. (Απόφαση περί χρονικά κατανεμηθείσης επιμέλειας μεταξύ και των δύο γονέων)

Δείτε σκεπτικό συνήθους απόφασης καθώς και προτεινόμενο από το ΓΟΝ.ΙΣ. περισσότερα δείτε εδώ

Χρειάζεται αλλαγή του ισχύοντος οικογενειακού δικαίου και προς πια κατεύθυνση ;

Με το ισχύον δίκαιο, η εξακολούθηση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας στην περίπτωση διάστασης, διαζυγίου και πλέον, λύσης του συμφώνου συμβίωσης, όχι απλώς δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά είναι μία μόνο από τις επιλογές του δικαστή -σημειωτέον, όχι η πρώτη- η οποία, επιπρόσθετα, τελεί υπό την προϋπόθεση της σχετικής συμφωνίας των συζύγων. Ως εκ τούτου, αρκεί να διαφωνήσει ο γονέας που προσδοκά την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στον εαυτό του, ώστε να εκλείψει η δυνατότητα αυτή από τις επιλογές του δικαστή.

Επομένως η πρακτική που ακολουθούν οι δικαστές στην αντιδικία των γονέων είναι η ανάθεση αποκλειστικής επιμέλειας σε ένα από τους δυο γονιούς (Α) ή σε τρίτο( Δ) σε ποσοστό 100%. Τα τελευταία χρόνια η επιλογή Γ (δηλαδή της κατανομής λειτουργικά ή χρονικά της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων) άρχισε να εμφανίζεται σε κάποιες αποφάσεις που σταδιακά και αργά αυξάνονται.

Είναι γεγονός ότι στα πλαίσια του υφισταμένου δικαιικού συστήματος και των σχετικών διατάξεων μετά το διαζύγιο τα παιδιά ανατρέφονται αποκλειστικά από ένα γονέα, τη μητέρα σε ποσοστιαία αναλογία 93%, χωρίς δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση του πατέρα, για συμμετοχή στην ανατροφή του παιδιού. (Έρευνα ΓΟΝ.ΙΣ. στο πρωτοδικείο Αθηνών στις Δικ. αποφάσεις του 2007)

Η δικαστηριακή και δικηγορική πρακτική των τελευταίων 40 ετών είναι να αφαιρείται η γονεϊκή ιδιότητα από τον ένα γονιό και να ανατίθεται στον άλλο αποκλειστικά όλη η ευθύνη ανατροφής, συχνά χωρίς σοβαρό λόγο, ακόμα και όταν είναι επιθυμία του να συμμετέχει στην ανατροφή. Με αιτιολογία την “μικρή” ηλικία του παιδιού, είτε τα υποκειμενικά “διδάγματα της κοινής πείρας” περί “καταλληλότητας και γονεϊκής ικανότητας” αφαιρείται ο ένας γονιός από τη ζωή του παιδιού και μετατρέπεται σε επισκέπτη -συγγενή. Ακόμα και αν εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα επισκέψεων (τύπου 2σκ το μήνα και 2 – 3 καθημερινές το μήνα είναι προφανές ότι το παιδί απομακρύνεται από το γονιό-επισκέπτη και υποβαθμίζεται η σχέση σε συγγενική. Η σύγκρουση συχνά αντιμετωπίζεται απλοϊκά ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς και των δύο γονέων, αλλά λεπτομερείς ερευνητικές αναλύσεις δείχνουν ότι, στο ένα τρίτο τουλάχιστον των περιπτώσεων, ο ένας από τους δυο γονείς υποκινεί την αντιπαλότητα ή λειτουργεί με εχθρότητα, ενώ ο άλλος συνήθως «υποχωρεί» και επιδιώκει συμφιλίωση ή την συζυγική αρμονία (Kelly,2003).                     περισσότερα δείτε εδώ

Το σύστημα της αποκλειστικής επιμέλειας αναθέτει την ανατροφή του παιδιού στον έναν γονέα, αποκλείοντας, άμεσα, τον άλλον γονέα από όλες τις σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή του παιδιού (τόπος κατοικίας, εκπαίδευση, υγεία, ασφάλεια). Ο άλλος γονέας, συχνά, εξαναγκάζεται σε εισαγγελικές παραγγελίες, προκειμένου να λάβει γνώση σημαντικών θεμάτων (όπως π.χ. αυτό της υγείας του παιδιού, σε ποιο ακριβώς σχολείο θα πάει, ποια και εάν έκανε τα εμβόλια κλπ.), με σημαντική συνήθως επιβάρυνση της σχέσης των γονέων και, αναπόφευκτα, και της ψυχολογίας του παιδιού (Fabricius et al., 2010).

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επιστημονικές έρευνες που να αποδεικνύουν ότι το παιδί θα λάβει την καλύτερη δυνατή ανατροφή αν μεγαλώνει μόνον με την μητέρα του. Η ασύμμετρη συμμετοχή των γονέων στην καθημερινή/ βιωματική ανατροφή του παιδιού ή ο αποκλεισμός (σκόπιμος ή μη) του ενός (συνήθως του πατέρα) και, κυρίως, η εχθρική /συγκρουσιακή σχέση που συχνά αναπτύσσεται μεταξύ τους δημιουργεί «ρήγμα» στον ψυχισμό του παιδιού που όχι μόνο φτωχοποιεί σε πολλά επίπεδα (γνωστικό, συναισθηματικό, κοινωνικό) την λειτουργία του, αλλά, εν δυνάμει, συνιστά, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, ένα σοβαρό τραύμα (Britton, 2004· Morgan, 2005· Phares, 2013). Συνολικά, η σύγχρονη έρευνα ανατρέπει «το παλαιότερο μοντέλο προσέγγισης/ θεώρησης» της «μητρικής σχέσης με το παιδί, ως κυρίαρχης και μοναδικής» (δηλαδή, τη θεωρία περί «βιοκοινωνικής υπεροχής» της μητέρας στην ανατροφή των παιδιών) και επισημαίνει την απαίτηση για ομαλοποίηση/ εξισορρόπηση των σχέσεων μέσα από σύγχρονες πρακτικές, με την υποστήριξη της νομοθεσίας και την διαμεσολάβηση των ειδικών (Holstein, 2019). (Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία (ΕΛΨΕ) Κλάδος Κλινικής Ψυχολογίας & Ψυχολογίας της Υγείας Ενημερωτικό Δελτίο ΕΛΨΕ ΟΚΤΏΒΡΊΌΣ 2020, Νο. 38 σελ. 10)

Η από κοινού ανατροφή υλοποιείται μόνο σε περιπτώσεις ώριμων συνειδητοποιημένων γονέων που συμφωνούν σε ένα κοινό πρόγραμμα ανατροφής και σε λίγες εξαιρέσεις που σε αντιδικία προκύπτουν φωτισμένες αποφάσεις δικαστών. Όμως και σε αυτές συχνά λείπει ο λεπτομερής γονεϊκός προγραμματισμός, ο μηχανισμός επίλυσης διαφωνιών που ίσως προκύψουν στην πορεία. Επίσης η λειτουργική κατανομή ή ακόμα και η σπάνια κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας ή μερική ανάθεση ενός/δυο τομέων της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων μετά το διαζύγιο, που αποτελεί σήμερα την εξαίρεση, αποδείχθηκε ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλέον στην κοινωνική πραγματικότητα και, ιδίως, στις ανάγκες του παιδιού χωρισμένων γονέων της εποχής μας, ούτε συνάδει με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.

Είναι γεγονός, ότι η παγιωμένη πρακτική της ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας του παιδιού στον έναν γονέα, καλλιεργεί σε αυτόν την πεποίθηση ότι η επιμέλεια αποτελεί ατομικό του δικαίωμα, το οποίο εκτείνεται μέχρι του σημείου του αποκλεισμού του άλλου γονέα από τη ζωή του παιδιού, αφού αντιδιαστέλλεται κατά την πεποίθησή του προς το δικαίωμα του άλλου γονέα να έχει επικοινωνία με το παιδί του.

Η δικηγορική πρακτική, αναπαράγοντας τη συνήθη νομολογία (αποφάσεις δικαστών), συνίσταται στο να προτείνει στους αντιδίκους να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας στον ένα γονέα, σχεδόν απαρέγκλιτα στη μητέρα, διαιωνίζοντας όμως έτσι την αντίληψη, που επικρατούσε ακόμη και πριν από την τροποποίηση του Οικογενειακού Δικαίου του 1983 :

ότι τα ανήλικα τέκνα πρέπει να μένουν με τη μητέρα τους, η οποία θεωρούταν καλύτερη γονέας από τον πατέρα σε κάθε περίπτωση, εκτός αν διήγε ανήθικο βίο.

Έτσι τα θετικά γνωρίσματα της μεταρρύθμισης του 1983 για την άσκηση της γονικής μέριμνας (περιορισμός της εξουσίας του ενός γονέα και κατοχύρωση της αρχής της κοινής ανατροφής από τους δύο γονείς) ανατρέπονται πλήρως στην πράξη μετά τη διάσταση/διαζύγιο/λύση του συμφώνου συμβίωσης, αφού η “εξουσία” του γονέα που ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου είναι (σχεδόν) απόλυτη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1518 παρ.1 ΑΚ, ο έχων την επιμέλεια γονέας παίρνει μόνος όλες τις αποφάσεις για την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του παιδιού, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του, ενώ ο άλλος “περιορίζεται σε τυπική παρουσία”.(Ανδρουλιδάκη - Δημητριάδη, Ι., Παρατηρήσεις, στην ΕφΑθ 1151/1986, στο Παπαδημητρίου, Γ., Συμπλήρωμα Α&Β τόμων Οικογενειακού Δικαίου, Αθήνα, 1988, σελ. 292. και Βλ. ενδεικτικά υποδείγματα με την πρόβλεψη ‘η επιμέλεια θα ασκείται από τη μητέρα, δεύτερη από εμάς’ σε Κωνσταντινίδης, Π., Πανδέκτης υποδειγμάτων Δικογράφων, τ.2, 1988, σ.1127-8, Σιάμκουρης, Ν., Πρακτική Αστικών Υποθέσεων, εκδ. Σάκκουλα, 2000, σελ.1341. Και Παπαχρίστου, Θ., Νέες μορφές άσκησης της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο, Αρμενόπουλος, 1985, σελ. 101.)

       Παρόλα αυτά ακόμα και αφού βγει μια απόφαση, μετά δεν εφαρμόζεται !!!

Ρεκόρ παραβιάσεων δικαστικών αποφάσεων

Tο σύστημα της αποκλειστικής επιμέλειας, όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα, συνεπάγεται, τυπικά, επικοινωνία του μη έχοντος την επιμέλεια γονέα με τα παιδιά με 2 διανυκτερεύσεις το μήνα, 1 εβδομάδα Χριστούγεννα/Πάσχα και 2-3 εβδομάδες το καλοκαίρι. Η επικοινωνία των παιδιών με τον μη έχοντα την επιμέλεια ορίζεται ως δικαίωμα του γονέα και όχι του παιδιού, όπως θα έπρεπε. Το παιδί όμως έχει ανάγκη και τους δύο γονείς του τόσο στην καθημερινότητα όσο και στις διακοπές με όσο το δυνατόν μοιρασμένο το χρόνο (Braver & Lamb 2018). Με βάση τα πραγματικά δεδομένα, ο χρόνος που αποδίδουν τα δικαστήρια στον μη έχοντα την επιμέλεια γονέα φαίνεται να υπολείπεται πολύ, ακόμα και του ελάχιστα συνιστώμενου από τη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία. Όμως ακόμα και αυτές οι Δικαστικές αποφάσεις δεν εφαρμόζονται, με αποτέλεσμα να πηγαίνουμε από ρεκόρ σε ρεκόρ παραβιάσεων δικαστικών αποφάσεων.              Περισσότερα δείτε εδώ

 

    Γιατί δεν εφαρμόζονται οι δικαστικές αποφάσεις επικοινωνίας ;

Γενικότερα δεν υφίσταται μηχανισμός εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων με αποτέλεσμα την εκρηκτική αύξηση παραβιάσεων. Το ισχύον οικογενειακό δίκαιο όπως εφαρμόζεται στην πράξη λόγω της ατιμωρησίας, καλλιεργεί κουλτούρα αυθαιρεσίας και ιδιοκτησιακής αντίληψης στον γονέα που διαμένει κυρίως το παιδί μαζί του με απτό αποτέλεσμα στρεβλές εντυπώσεις για τη φύση του δικαιώματος επικοινωνίας και τελικά την κατάργηση του στην πράξη. Η στάση της νομολογίας (αποφάσεις δικαστών) καθιστά την εκτέλεση των αποφάσεων περί επικοινωνίας άκρως αναποτελεσματική ενώ δεν υφίσταται μηχανισμός προστασίας των παιδιών από την μη εφαρμογή των Δικαστικών αποφάσεων. Δεδομένου της έλλειψης μηχανισμού εκτέλεσης καθώς μετά από την ορθή κατάργηση της άμεσης εκτέλεσης, που αντιμετώπιζε το παιδί ως αντικείμενο παραδοτέο από τον δικαστικό επιμελητή στον δικαιούχο γονέα, λόγω αντισυνταγματικότητας, μέχρι σήμερα, δεν κατέστη δυνατόν να διασφαλιστεί επαρκώς η εκτέλεση των αποφάσεων περί επικοινωνίας, όταν ο γονέας που μένει με το παιδί αρνείται να παραδώσει το τέκνο. Συχνά όλα αυτά δραματοποιούνται παρουσία του παιδιού, παρότι είναι γνωστό ότι οι γονείς που αντιτίθενται τακτικά στις αποφάσεις του άλλου γονέα στην παρουσία του παιδιού μπορεί να του προκαλέσουν δυσκολίες στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης στον εαυτό του (με την ενστάλαξη αρνητικών συναισθημάτων), καθώς και στο αίσθημα προσωπικής ταυτότητας, καθώς το παιδί δεν βιώνει ολοκληρωμένη την σχέση με τον άλλον γονέα (Carr, 2013. Κουρκούτας, 2001. Murray, 2015).

   Τι κάνεις εκείνη την ώρα !!! (Καλείς το 100, καθώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο!!!)

Η Ελληνική Αστυνομία, συχνά επικαλούμενη εισαγγελικές οδηγίες, αν και στερείται
εξειδικευμένου προσωπικού καλεί τα ανήλικα τέκνα σε εμφανώς ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό περιβάλλον, και σε περίπτωση δήλωσής τους περί απροθυμίας να επικοινωνήσουν με τον γονέα, απέχει της εφαρμογής των διατάξεων περί αυτοφώρου διαδικασίας σε βάρος του κατηγορούμενου γονέα, με συνέπεια την περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους δικαίου. ( Η πρακτική της ΕΛΑΣ απασχόλησε κατόπιν αναφορών τον Συνήγορο, ενώ το Αρχηγείο της ΕΛΑΣ αρνήθηκε να επιτρέψει πρόσβαση σε επίμαχο έγγραφο γενικών οδηγιών Εισαγγελίας Πρωτοδικών, παρά την παρέμβαση της Αρχής και παρά τη δημοσιοποίηση του προβλήματος,, βλ.. Μπλιάτη Μ., ‘Δικαιώματα του Παιδιού και πρόσβαση στα έγγραφα’ σε Συνήγορος του Πολίτη, Ανεξάρτητη Αρχή ‘Πρόσβαση στα έγγραφα και διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης’, Σπανού Κ. (επιμ,), εκδ. Σάκκουλα, 2010, 79-91, σσ 89-90.)

Λόγω έλλειψης υποδομών με ειδικούς για την έγκαιρη και ουσιαστική διάγνωση της παραβίασης, υφίσταται ζήτημα, διότι για να θεωρηθεί κατ’ αρχάς ότι συντρέχει η προϋπόθεση της παρεμπόδισης της επικοινωνίας, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο υπόχρεος γονέας ενεργεί από πρόθεση, η οποία μπορεί να συνίσταται σε άρνηση παράδοσης του τέκνου στον δικαιούχο, σε απομάκρυνση του τέκνου από την οικία κατά τον καθορισμένο χρόνο επικοινωνίας, ή σε εξώθηση του τέκνου να αποφύγει την επικοινωνία.

Έτσι οι γονείς καταλήγουν σε μηνύσεις και στα ποινικά δικαστήρια μήπως βγάλουν άκρη. Επομένως μια αστική (ας πούμε) διαφορά μετατρέπεται σε ποινική διαφορά και μάλιστα μεταξύ γονέων που έχουν ένα παιδί !!!

   Ποινική διαδικασία χρονοβόρα και ατελέσφορη

Στην πράξη στα ποινικά δικαστήρια διαπιστώνεται, ότι η πρόβλεψη δύο σταδίων δικανικής κρίσης (βεβαίωσης της υποχρέωσης σε παράλειψη ή ανοχή και διάγνωσης της παράβασης) του άρ.947 ΚΠολΔ, με ό,τι αυτή συνεπάγεται δεδομένης της καθυστέρησης κατά την απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας (για την οποία είναι επανειλημμένες οι καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ), υφίσταται επίταση του προβλήματος λόγω των θέσεων της νομολογίας σε σχέση με την παραβίαση των αποφάσεων επικοινωνίας.

Η εφαρμογή της αρχής για τη λήψη υπόψη της άρνησης του παιδιού, συχνά οδηγεί είτε στην αρχειοθέτηση των μηνύσεων είτε στην απαλλαγή του κατηγορούμενου γονέα, χωρίς να υπάρχει το περιθώριο για την ουσιαστική εκτίμηση της άποψης του παιδιού και της ωριμότητάς του, καθώς και του ενδεχόμενου επηρεασμού του από τον γονέα που μένει μαζί του, λόγω του απρόσφορου της ποινικής διαδικασίας για μια τέτοια εξειδικευμένη κρίση.

Πρόβλημα εμφανίζεται και σε σχέση με τον ποινικό κολασμό του αδικήματος
του άρ.232Α ΠΚ (που ήδη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 169Α ΠΚ ‘Παραβίαση δικαστικών αποφάσεων’), χάριν της εμπέδωσης της κοινωνικής ειρήνης και της έννομης τάξεως και ενισχύσεως του κύρους των δικαστηρίων, διάταξη η οποία θεωρήθηκε εξόχως χρήσιμη λόγω της συχνά παρατηρούμενης επίμονης άρνησης ιδιωτών, … να συμμορφώνονται σε δικαστικές αποφάσεις, προσωρινές διαταγές ή εισαγγελικές διατάξεις, πράγμα που οδηγεί σε αμφισβήτηση του κύρους των δικαστικών αρχών αλλά και σε ευτελισμό του κράτους δικαίου. ( Κονταξής Α., Ποινικός Κώδικας, τ.Α’. έκδ.γ’, 2000, υπό άρ.232 Α’, σελ.2034).

Οι πιο πάνω παθογένειες εξηγούν τις επανειλημμένες καταδίκες της Ελλάδας στο ΕΔΔΑ με αφορμή υποθέσεις παραβίασης της επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα που δεν μένει μαζί του. Χαρακτηριστικά, υπόθεση Κοσμοπούλου κατά Ελλάδας, (Προσφυγή Αριθ.60457/2000, Απόφαση 5 Φεβρουαρίου 2004, παράγραφος 23.) Τσουρλάκης (Προσφυγή Αριθ.50796/2007, Απόφαση 15 Οκτωβρίου 2009 ) και Φουρκιώτης (Προσφυγή Αριθ.74758/2011, Απόφαση 16 Ιουνίου 2016) κατά Ελλάδας. Το ΕΔΔΑ, διαπίστωσε προσβολή του δικαιώματός τους στην οικογενειακή ζωή (άρ.8 ΕΣΔΑ) από την αδυναμία της χώρας να αποκαταστήσει την επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν μένει μαζί τους.

Αφού λοιπόν ούτε εφαρμόζονται, δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένα ζήτημα στη ποινική διαδικασία και ούτε μπορούμε να αποκαταστήσουμε την γονεϊκή σχέση ποιος ο λόγος της έκδοσης των Δικαστικών Αποφάσεων (ακόμα και αυτών που είναι);             περισσότερα δείτε εδώ

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο να μετατρέπουμε τα παιδιά σε γονείς και να τα βάζουμε να διαλέξουν πατέρα ή μητέρα, τον έναν γονιό ή τον άλλον!

       Καλούνται παιδιά στο δικαστήριο να διαλέξουν γονιό

Έχει διαπιστωθεί ότι με το τρόπο και το τόπο που γίνονται οι δίκες του “οικογενειακού δικαστηρίου” δεν υφίσταται συνθήκες φιλικής δικαιοσύνης για τα παιδιά. Ταυτόχρονα κατά την εφαρμογή του ισχύοντος οικογενειακού δικαίου οι γονείς οδηγούνται πρακτικά σε σύγκριση γονεϊκότητας και επομένως σε σύγκρουση. Έτσι όχι μόνο δεν εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού, ώστε να αναιρείται η βασική παιδοκεντρική αρχή του ΑΚ, αλλά παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των γονέων καθώς και το δικαίωμα του παιδιού να ανατρέφεται και από τους δύο γονείς όπως προβλέπεται από τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού του ΟΗΕ. Προβλέπεται ως πρακτική να λαμβάνεται υπόψη η άποψη του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του, σύμφωνα με τις επιταγές του άρ.3 της ΔΣΔΠ αλλά με το απαράδεκτο τρόπο που αυτό εφαρμόζεται (σε δωμάτιο μόνο με τον δικαστή χωρίς την παρουσία ειδικών ψυχολόγων) δεν επιτελεί ούτε αυτή την επιταγή.

Άρα το ισχύον οικογενειακό δίκαιο πάσχει κυρίως ως προς την εφαρμογή του, καθώς δεν επιτελεί το ρόλο του όσον αφορά την προστασία του παιδιού από συγκρούσεις, ενώ δίνει το λάθος παράδειγμα στους γονείς οδηγώντας τους μακριά από την ανάγκη του παιδιού για από κοινού ανατροφή και από τους δύο γονείς.

    Επιβάλλεται να γίνει ριζική νομοθετική μεταρρύθμιση;

Η παγιωμένη δικαστηριακή και δικηγορική πρακτική έχει αποτύχει εδώ και δεκαετίες να αποτυπώσει και να ανταποκριθεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Χρειάζεται μία τολμηρή, ριζική αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου που θα αποτελεί πραγματικά και ουσιαστικά αλλαγή παραδείγματος, θα εδράζεται σε σύγχρονες αρχές και κανόνες και θα ανταποκρίνεται στα υφιστάμενα και διαμορφούμενα κοινωνικά δεδομένα, που έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί τα τελευταία 40 χρόνια και αναμένεται να μεταβληθούν ακόμη περισσότερο και ταχύτερα στο ορατό μέλλον.

Είναι επιτακτικό να αντιμετωπισθεί το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών με σεβασμό στα δικαιώματά τους και σύγχρονους όρους ανταποκρινόμενους στην σημερινή πραγματικότητα. Είναι απαραίτητο να γίνει το επόμενο βήμα προς την πλήρη ισότητα των φύλων, ώστε να καλλιεργηθεί νοοτροπία συναίνεσης-συνεργασίας σε όλους τους γονείς (ανεξάρτητα οικογενειακής κατάστασης) με την εμπέδωση του ισότιμου ρόλου των γονέων έναντι του/ων τέκνου/ων τους, από της γεννήσεώς του/ων. Ενός ρόλου που αναδεικνύει δικαιώματα και υποχρεώσεις, όχι έναντι του έτερου γονέα, αλλά έναντι του/ων τέκνου/ων, ως καθήκον του γονέα στη γονική μέριμνα στο σύνολό της σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της. Κρίσιμη αρχή είναι η αναγνώριση και αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του παιδιού σε κοινή φροντίδα και ανατροφή από τους γονείς του. Ανεξαρτήτως της διάρρηξης του νομικού (όπου υφίσταται) ή/και φυσικού δεσμού μεταξύ των γονέων, η άσκηση της γονικής μέριμνας στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης και της επιμέλειας, από αμφότερους τους γονείς και η διασφάλιση ισόρροπου, ισοβαρούς, ισόχρονου και ισάξιου καθήκοντος ανατροφής από εκείνους, αποτελούν τον απαραβίαστο πυρήνα του δικαιώματος του παιδιού.

Είναι γεγονός ότι η χώρα έχει αργήσει πολύ να ενσωματώσει στο νομικό οικοδόμημα την υποχρέωση αυτή και εν τω μεταξύ η ευρωπαϊκή νομική πραγματικότητα έχει εξελιχθεί, και πλέον υφίσταται και στη χώρα μας η ανάγκη διασφάλισης ενός σύγχρονου μοντέλου ανατροφής, που δεν θα περιθωριοποιεί τον ένα γονέα από τη ζωή του τέκνου, αλλά θα εγγυάται τη μέγιστη δυνατή ισοκατανομή του χρόνου του παιδιού μεταξύ των γονιών του.

Είναι γεγονός, ότι απαιτείται αλλαγή παραδείγματος, όχι μόνο απλή τροποποίηση των διατάξεων ώστε να παύσει να ισχύει η κατά κανόνα δικαστική πρακτική του “μοιράσματος” της επιμέλειας στον ένα γονιό και της επικοινωνίας στον άλλο. Για τον λόγο αυτό, οι περί επικοινωνίας διατάξεις, που –ούτως ή άλλως– πρέπει να τροποποιηθούν, θα πρέπει βρίσκουν εφαρμογή μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο ισομερής ή κατά το δυνατόν ισομερής καταμερισμός του χρόνου του παιδιού μεταξύ των γονέων. Μετά τον χωρισμό των γονέων, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο κανόνας της εναλλασσόμενης κατοικίας των παιδιών.

Τα ανωτέρω περιλαμβάνονται στο Ψήφισμα 2079 (2015) του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης. Στο Ψήφισμα αυτό περιλαμβάνεται και αναφορά στο παλαιότερο Ψήφισμα 1921 (2013), για την ισότητα των φύλων, τη συμφιλίωση της ιδιωτικής και εργασιακής ζωής και την κοινή ευθύνη [των γονέων], με το οποίο η Συνέλευση είχε ζητήσει από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν στη νομοθεσία τους τη δυνατότητα από κοινού επιμέλειας των παιδιών στην περίπτωση διάστασης/διαζυγίου (2). Το ίδιο το Ψήφισμα 2079 (2015), μάλιστα καλεί τα κράτη μέλη «να εισαγάγουν στη νομοθεσία τους την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας των παιδιών μετά τον χωρισμό …με τον χρόνο που το παιδί
ζει με κάθε ένα γονέα να ρυθμίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες και τα συμφέροντα του παιδιού» (5.5). Επιπλέον, η αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας προβλέπεται, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και κατά τη ρύθμιση και άλλων διατάξεων, πέραν του οικογενειακού δικαίου, όπως κατά την απονομή των κοινωνικών παροχών (5.7). Στη κατεύθυνση αυτή, καλούνται τα κράτη μέλη «να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή των αποφάσεων σχετικά με την κατοικία των παιδιών και το δικαίωμα επικοινωνίας [γονέα και τέκνου]..» (5.8). Η σύσταση του Ψηφίσματος 1921 (2013), για την πρόβλεψη της δυνατότητας από κοινού επιμέλειας των παιδιών στην περίπτωση διάστασης/διαζυγίου, βρήκε μεγάλο αριθμό κρατών-μελών να έχουν ήδη εδραιώσει τον κανόνα της κοινής άσκησης της νομικής επιμέλειας από ετών. (Απόσπασμα από την Επιστολή προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα, που απέστειλε ο Συνήγορος του Πολίτη με θέμα την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου.5 -8-2020 Αριθμ. Πρωτ. Γρ. Συν. 113 ii) ενωσιακή και αλλοδαπές νομοθεσίες σελ. 4 -5 )

 

Η νομοθετική ρύθμιση οφείλει να κατοχυρώνει θεσμικά την από κοινού ανατροφή. Πώς;

Η επιμέλεια δεν είναι μόνο δικαίωμα. Είναι πρωτίστως υποχρέωση αμφοτέρων των γονέων, που με το θεσμό της αποκλειστικής επιμέλειας του ενός γονέα δεν εφαρμόζεται, η υποχρέωση βαρύνει μόνο τον ένα γονέα, ενώ ο άλλος δύναται «νομίμως» να αδιαφορεί. Συνεπώς η αποκλειστική επιμέλεια ευνοεί και υποθάλπει την παντελή αδιαφορία του άλλου γονέα, γεγονός που καταγράφεται καθημερινά από πολλούς φορείς, και από τα παράπονα των διαδίκων στις σχετικές δίκες. Άλλωστε αρκετά συχνά η αποκλειστική επιμέλεια ασκείται αυθαίρετα και εις βάρος των συμφερόντων του ανηλίκου από τον γονέα στον οποίο έχει ανατεθεί, επειδή ο τελευταίος γνωρίζει ότι ο άλλος γονέας έχει ελάχιστες δυνατότητες, κατάσταση η οποία θα ανατρεπόταν αν υπήρχε η γνώση ότι η επιμέλεια μπορεί να ρυθμιστεί διαφορετικά, και κυρίως αν η κοινή επιμέλεια αποτελεί τον κανόνα.

Η συνθήκη κοινής επιμέλειας, στην οποία οι γονείς έχουν κοινή νομική ευθύνη ( JLC) σχετικά με την υγεία και τις αποφάσεις για την σχολική και θρησκευτική αγωγή το παιδιού, φαίνεται να έχει θετικές επιπτώσεις στην ευημερία των παιδιών, ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες, ακόμα και όταν δεν συνοδεύεται από (JPC) κοινή φυσική επιμέλεια/ίσο χρόνο (καθημερινότητα,φροντίδα) (Gunnoe & Braver,2001.)

Οι εξελίξεις όμως στην κοινωνική και νομική πραγματικότητα, ειδικά στις ευρωπαϊκές χώρες, έχουν ήδη ξεπεράσει τον διαχωρισμό σε νομική και φυσική επιμέλεια και αναφέρονται πια στο κύριο κανόνα δικαίου την κοινή επιμέλεια που περιλαμβάνει ως κανόνες την εναλλασσόμενη κατοικία και τον ισομερή ή κατά το δυνατόν ισομερή καταμερισμό του χρόνου του παιδιού μεταξύ των γονέων.

(JLC = Joint legal custody JPC =joint physical custody) ( Joint legal custody ή shared legal custody ή shared parental responsibility = Νομική κοινή επιμέλεια = από κοινού οι αποφάσεις που αφορούν την υγεία το σχολείο,θρησκευτική αγωγή, ασφάλεια, καθορισμό του τόπου κατοικίας γεωγραφικά όχι το οίκημα )

Η νομοθετική ρύθμιση οφείλει να μεταφέρει ένα ισχυρό μήνυμα προς τους γονείς, πρωτίστως, και τους εφαρμοστές του δικαίου, για το ότι η γονική μέριμνα αποτελεί καθήκον των γονέων απέναντι στα παιδιά, η εκπλήρωση του οποίου δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συμφωνία ενός εκάστου μέρους και ευθύνη, από την οποία δεν μπορούν να απαλλαγούν με την επίκληση ενός άσχημου χωρισμού για οποιονδήποτε λόγο που αφορά το ζευγάρι. Η ενιαία νομοθετική ρύθμιση της από κοινού άσκησης της επιμέλειας θα δημιουργούσε κρατούσα νοοτροπία συναινέσεων και θα υποχρέωνε τους γονείς να συνεννοηθούν, αφού η καταχρηστική άσκηση της κοινής επιμέλειας ή η αδιαφορία περί την άσκηση της θα οδηγούσε σε άμεσες κυρώσεις. Από την άποψη της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού η κοινή επιμέλεια είναι η ενσωμάτωση της αμοιβαίας υποχρεώσεως αμφοτέρων των γονέων για την ανατροφή του παιδιού τους.

Η νομοθετική ρύθμιση οφείλει να αποτυπώνει την μεταστροφή των αντιλήψεων, καθώς όσο η νομοθεσία για την άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο εξασφαλίζει σε έναν από τους γονείς μεγαλύτερα προνόμια σε σχέση με το παιδί (π.χ. τη συνοίκηση μαζί του), καταλείποντας στον άλλο δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή του τέκνου, δεν εξασφαλίζεται η συναίνεση και των δύο γονιών σε περιπτώσεις έντονης διαμάχης λόγω του χωρισμού.

Η δημιουργία κουλτούρας συναινέσεων και συμβιβαστικής επιλύσεως των οικογενειακών διαφορών που ξεκίνησε με το άρθρο 22 του Ν. 4509/2017 (συναινετικό διαζύγιο ενώπιον συμβ/φου), είναι θεμιτή και απολύτως απαραίτητη αλλά δεν είναι επαρκής διότι όποιος από τους γονείς έχει εκ του νόμου περισσότερα δικαιώματα ως ασκών αποκλειστικά την επιμέλεια του τέκνου δεν έχει κανένα απολύτως κίνητρο να επιδιώξει συνεργασία και συναίνεση με τον άλλο γονέα. Συνεπώς θα πρέπει να υπάρξει ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο το οποίο να ωθεί τις πλευρές σε αμοιβαίο συμβιβασμό.

Η νομοθετική ρύθμιση οφείλει να καλλιεργεί νέες αντιλήψεις και, πολύ περισσότερο, τη μεταβολή παραδείγματος, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μεταρρύθμισης των προβλέψεων του Αστικού Κώδικα. Η απλή μεταβολή ή προσθήκη σε άρθρα του Αστικού κώδικα, στις δικονομικές και στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις, όπως αυτές που επιχειρούνται κατά διαστήματα, δεν επαρκούν για την επίλυση του προβλήματος, που ανάγεται στις στρεβλές εντυπώσεις για τη φύση του δικαιώματος ανατροφής και επικοινωνίας του παιδιού και από/με τους δύο γονείς.

Σήμερα σε συνθήκες έντονης δικαστικής σύγκρουσης το παιδί αντιμετωπίζεται ως “βραβείο”, οι γονείς ως αντίπαλοι-αντίδικοι και έτσι ευνοούνται οι συνθήκες οξείας αντιδικίας των δυο γονέων σε βάρος φυσικά του παιδιού τους. Ουσιαστικά διευκολύνονται οι γονείς που παραβιάζουν τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίοι μοιάζει να τελούν σε συνθήκη οιονεί «ατιμωρησίας». Αυτό ακριβώς συμβαίνει, στην περίπτωση προσβολής του δικαιώματος επικοινωνίας, αφού οι σημερινές δικονομικές δυνατότητες εκτέλεσης είναι ανύπαρκτες αλλά και οι ουσιαστικού ποινικού δικαίου ρυθμίσεις δεν είναι ικανές να αποτρέψουν αποτελεσματικά τον υπόχρεο γονέα που δεν επιθυμεί να συμμορφωθεί -ιδίως όταν το παιδί είναι μικρής ηλικίας, οπότε η υλοποίηση της απόφασης εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνεργασία του γονέα που μένει μαζί του.

 Η σημερινή κατάσταση συμβάλλει στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας αυθαιρεσίας.

 

                                                            Συνέχεια στο Μέρος Β'  δείτε εδώ


Τα δικά σας σχόλια

Ο ΓΟΝ.ΙΣ. δημοσιεύει όλα τα σχόλια που αναρτούν οι επισκέπτες και είναι σχετικά με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ιστοσελίδας Δεκτές είναι οι όλες οι απόψεις, ακόμη και όσες είναι αντίθετες με την φιλοσοφία, την εμπειρία και την γνώση του ΓΟΝ.ΙΣ. Όμως διατηρούμε το δικαίωμα να απορρίψουμε όσα σχόλια περιέχουν συκοφαντικό ή υβριστικό περιεχόμενο, καθώς και όσα σχόλια συστηματικά υποθάλπτουν το έργο του ΓΟΝ.ΙΣ.




Ακολουθήστε μας...


210 3251850

697 2755552

info@gonis.org.gr