Συγκριτική ανάλυση σκανδιναβικών κι ελληνικών δεδομένων

Η Προστασία του Παιδιού και της Οικογένειας σε Βορρά και Νότο

Πρώτη η Σουηδία από το 1975 εισήγαγε την αυτόματη εφαρμογή του κανόνα της άσκησης της κοινής επιμέλειας και μετά το διαζύγιο, εφόσον κανείς από τους γονείς δεν ζητούσε να του ανατεθεί αποκλειστικά η επιμέλεια. Στη συνέχεια δε, με τη μεταρρύθμιση του 1998, η συμφωνία των γονέων παύει να αποτελεί προϋπόθεση για την από κοινού άσκηση της επιμέλειας, και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την από κοινού άσκηση της επιμέλειας, και σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των γονέων. Η ρύθμιση αυτή, που κρίθηκε ενισχυτική για τη σταθερότητα του γονικού ρόλου, προωθήθηκε από τον νομοθέτη προκειμένου να επηρεάσει τις στάσεις των γονέων και να εδραιώσει την ιδέα ότι ‘ο γάμος ή η συμβίωση μπορεί να διαλυθούν, ο γονικός ρόλος όμως υπάρχει για μια ζωή’.

Αντίστοιχα, σε Αγγλία και Ουαλία, με την εισαγωγή του Children Act 1989, το διαζύγιο παύει να επιδρά στην άσκηση των γονικών καθηκόντων (parental responsibility: ο αντίστοιχος της γονικής μέριμνας όρος), που εξακολουθούν να ασκούνται από κοινού και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απόφαση του δικαστηρίου, αποτυπώνοντας νομικά τη φιλοσοφία της φράσης ‘once a parent, always a parent’.

Αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη, νομοθεσίες πιο οικείες προς τη δική μας προσαρμόστηκαν ανάλογα. Η Γαλλία το 1993 εισήγαγε τη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία το διαζύγιο δεν έχει επίπτωση στους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση της γονικής μέριμνας. Το 1997 ακολούθησε η Γερμανία θεσπίζοντας ανάλογο κανόνα. Πρόσφατα και η Ελβετία. 

Οι Κώδικες Οικογενειακού Δικαίου της Τσεχίας και της Σλοβακίας (άρ.34 παρ.1) και της Ουγγαρίας (άρ.72 παρ.1) καθιερώνουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας όλων των παιδιών, ανεξαιρέτως. Ακόμα και για τα παιδιά εκτός γάμου. 


Οι Αστικοί Κώδικες της Ισπανίας (άρ.154&111) και της Πολωνίας (άρ.93 παρ.2), από την άλλη, τεκμαίροντας αδιαφορία του αντιδικήσαντα πατέρα, κατοχυρώνουν την αυτόματη από κοινού άσκηση της επιμέλειας των παιδιών, οι πατέρες των οποίων προέβησαν σε εκούσια αναγνώριση

 

Η σύσταση του Ψηφίσματος 2079 (2015), από την άλλη, για την εισαγωγή της αρχής της εναλλασσόμενης κατοικίας στη νομοθεσία, βρίσκει τα ίδια κράτη-μέλη, που πρωτοπόρησαν στην καθιέρωση του κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας (της νομικής επιμέλειας συμπεριλαμβανομένης), να έχουν υιοθετήσει τον θεσμό της εναλλασσόμενης κατοικίας, έχοντας ακόμη περιθώριο για την πλήρη επικράτηση του μοντέλου αυτού στις κοινωνίες τους. Τα βήματα, ωστόσο, που έχουν σημειωθεί είναι σημαντικά και τα ευρήματα για τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής ανατροφής παιδιών χωρισμένων γονέων εξαιρετικά θετικά, όσον αφορά την ευημερία του παιδιού.

        Ερευνητικά δεδομένα

Έρευνες στη Σουηδία, η οποία πρωτοπορεί και στην εφαρμογή αυτού του μοντέλου ανατροφής των παιδιών χωρισμένων γονέων, με το περίπου 40% των παιδιών αυτών να ανατρέφονται από κοινού και από τους δύο γονείς μετά το διαζύγιο ή τον χωρισμό τους, παρέχουν την πιο αξιόπιστη πληροφόρηση, με δεδομένη την έκταση εφαρμογής των συμφωνιών κοινής ανατροφής (μεγαλύτερη από κάθε άλλη χώρα), αλλά και τον μεγαλύτερο χρόνο εφαρμογής της αρχής αυτής.

Συγκεκριμένα, επιδημιολογικές μελέτες σε παιδιά σχολικής ηλικίας και εφήβους έδειξαν καλύτερη ψυχική υγεία και λιγότερα συμπεριφορικά προβλήματα στα παιδιά που μεγαλώνουν και με τους δύο γονείς, μετά τον χωρισμό των τελευταίων, σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν κυρίως ή αποκλειστικά με τον ένα γονέα, ενώ δεν υπάρχουν διαφορές όσον αφορά τη συναισθηματική και συμπεριφορική εξέλιξη των παιδιών που ανατρέφονται και από τους δύο γονείς μετά το διαζύγιο, σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν από γονείς που δεν έχουν χωρίσει.

Αντίστοιχα, όμως, ευρήματα αφορούν και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, για τα οποία - με βάση τουλάχιστον την ελληνική νομολογία- θα θεωρούνταν πιο εύλογη η πρωτοκαθεδρία της ανατροφής από τη μητέρα.

Η κοινή ανατροφή από χωρισμένους γονείς βρέθηκε, ότι λειτούργησε θετικά για οικογένειες με παιδιά ηλικίας 1 έτους έως 4 ετών, επαγγελματίες προσχολικής αγωγής και γονείς ανέφεραν λιγότερα συναισθηματικά και συμπεριφορικά προβλήματα των παιδιών με εναλλασσόμενη κατοικία σε σχέση με εκείνα που είχαν ως κύριο φροντιστή τον ένα γονέα σε ηλικίες 3-5 ετών, ενώ ανάλογα ήταν και τα ευρήματα των υπόλοιπων Σκανδιναβικών χωρών για παιδιά από την ηλικία των 2 ετών, με λιγότερα ψυχολογικά προβλήματα εκείνων που μεγάλωναν και με τους δύο χωρισμένους γονείς έναντι των παιδιών που μεγάλωναν με τον ένα γονέα.

Τα πιο πάνω ευρήματα, για τις θετικές συνέπειες από την ενεργή παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού μετά το διαζύγιο, δεν θα πρέπει να αποτελούν έκπληξη, δεδομένου ότι, αντίστροφα, οι αρνητικές συνέπειες στα παιδιά από την παρουσία μόνο της μητέρας και την απουσία (ή την περιορισμένη παρουσία, υπό τη μορφή της σε προκαθορισμένους χρόνους επικοινωνίας) του πατέρα από τη ζωή τους μετά τον χωρισμό ήταν γνωστές από δεκαετίες. Στη Γαλλία, η Dolto, πριν την εισαγωγή του κανόνα για την κοινή άσκηση της επιμέλειας ανεξάρτητα από την εξέλιξη του γάμου, είχε διαπιστώσει τον αρνητικό αντίκτυπο για τα παιδιά [αλλά ακόμη και για τα εγγόνια (!)] από την εικόνα μιας μητέρας που ‘επιφορτίζεται με όλες τις εξουσίες και όλα τα καθήκοντα’ μετά το διαζύγιο, αν συνδυαστεί με αποκλειστική ενασχόλησή της με το παιδί σε βάρος των κοινωνικών επαφών της και κατέγραψε τον κίνδυνο της υπερβολικής προσκόλλησης του παιδιού στον γονέα που ασκεί την επιμέλεια.

Στην Ελλάδα δε, ανέκαθεν αποτελούσε κοινό τόπο η παραδοχή της παιδοψυχιατρικής ότι για το παιδί ‘είναι ουσιώδους σημασίας να διατηρεί ικανοποιητικές σχέσεις και με τους δύο γονείς’ μετά το διαζύγιο. Η λειτουργική κατανομή όμως της γονικής μέριμνας, όπως έχει επισημανθεί από μακρού, δεν φαίνεται ικανή να συντηρήσει τους δεσμούς του παιδιού και με τους δύο γονείς, σε αντίθεση με την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας που επιτρέπει να διατηρηθούν ζωντανοί οι δεσμοί του παιδιού με τους γονείς σε ικανοποιητικό βαθμό και αντιμετωπίζει γενικά με αποτελεσματικότητα τα προβλήματα, που δημιουργεί το διαζύγιο στα παιδιά.

Η διαπίστωση αυτή ταυτίζεται πλήρως με την εμπειρία του Συνηγόρου του Πολίτη, με βάση τις πολυάριθμες αναφορές χωρισμένων γονέων που έχει χειριστεί από το έτος 2003, όταν του ανατέθηκε η αρμοδιότητα της προάσπισης των δικαιωμάτων του παιδιού και στις περιπτώσεις προσβολής τους από ιδιώτες.

Απο το έτος 2008, επιχειρήθηκε η ανατροπή της δυσμενούς για τη συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών χωρισμένων γονέων στη χώρα μας κατάστασης, με το Σχέδιο Νόμου ‘Μεταρρυθμίσεις για την Οικογένεια, το Παιδί και την Κοινωνία’. Ακολουθησαν προσπάθειες σχεδον απο όλες μετεπειτα  κυβερνησεις που για διάφορους λογους δεν ολοκληρώθηκαν.

Όπως προκύπτει από όλα τα στοιχεία, η ισχύουσα νομοθεσία και η εφαρμογή της από τα δικαστήρια και τη δικηγορική πρακτική δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις διεθνείς υποχρεώσεις και ενωσιακές συστάσεις που έχει δεχθεί η χώρα -η οποία υποχρεούται να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξασφάλιση της αναγνώρισης της αρχής, σύμφωνα με την οποία και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή και την ανάπτυξη του παιδιού (άρ.18 ΔΣΔΠ) και συνιστάται να εισαγάγει τον θεσμό της εναλλασσόμενης κατοικίας των παιδιών μετά τον χωρισμό των γονέων (Ψήφισμα 2079 (2015)- απέχουν από τις κατακτήσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών νομοθεσιών, δεν διασφαλίζουν ικανοποιητικά την ενεργή και ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού μετά το διαζύγιο, κι επομένως στερούν από το παιδί τη δυνατότητα να εξακολουθεί να απολαμβάνει τις ψυχολογικές και συναισθηματικές σταθερές, που βίωνε κατά τη συμβίωση των γονέων του, καταλείποντας το ευάλωτο σε όλες τις αρνητικές συνέπειες που επιφέρει η ανατροπή σημαντικών συναισθηματικών δεσμών με έναν από τους έως τη διάσταση φροντιστές του, στην συμπεριφορική και ψυχοσυναισθηματική του εξέλιξη.

Δεδομένου, ότι ‘προφανώς στον ανήλικο συμφέρει περισσότερο μια φροντίδα από δύο άτομα, που ελέγχουν το ένα το άλλο, παρά μια εξουσία ενός μόνο προσώπου, η οποία μπορεί να ρέπει ευκολότερα προς τον αυταρχισμό’, είναι επίσης προφανές, ότι ο νόμος δεν πρέπει να επιτρέπει τη διολίσθηση στην υφιστάμενη πρακτική του αποκλεισμού του ενός γονέα από τη ζωή του παιδιού μετά τη διάλυση της έγγαμης συμβίωσης, που ενθαρρύνει τη λογική της ‘ιδιοκτησίας’ του παιδιού από τον γονέα που ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια.

        Αντίθετα,

Η  νομοθετική ρύθμιση οφείλει να μεταφέρει ένα ισχυρό μήνυμα προς τους γονείς, πρωτίστως, και τους εφαρμοστές του δικαίου, για το ότι η γονική μέριμνα αποτελεί καθήκον των γονέων απέναντι στα παιδιά, η εκπλήρωση του οποίου δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συμφωνία ενός εκάστου μέρους και ευθύνη, από την οποία δεν μπορούν να απαλλαγούν με την επίκληση της ανώμαλης εξέλιξης της μεταξύ τους συμβίωσης.

Για τον λόγο αυτό, είναι επιτακτικό να εισαχθεί ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, στο σύνολό της, και μετά τη διάσταση/διαζύγιο/ακύρωση του γάμου/λύση του συμφώνου συμβίωσης.

Εξαίρεση μπορεί να υφίσταται όχι στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων άνευ άλλου τινός, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, για τον οποίο θα μπορούν να προσφύγουν οι γονείς στο δικαστήριο και να ζητήσουν διαφορετική ρύθμιση.

Οι γονείς οφείλουν να συμφωνούν για την κατανομή του χρόνου του παιδιού μεταξύ τους, κατά τεκμήριο σε ίσο ποσοστό, ή σε περίπτωση απόκλισης, με επίκληση των λόγων που επιβάλλουν μια διαφορετική ρύθμιση, ορίζοντας ταυτόχρονα τον τόπο κατοικίας του παιδιού (και όχι τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει), προβλέποντας τις λεπτομέρειες της εναλλασσόμενης κατοικίας, και επιλύοντας τα θέματα που αφορούν την εκπαίδευσή του (επιλογή σχολείου, ξένων γλωσσών, λοιπών δραστηριοτήτων, όπως μαθήματα υπολογιστών, καλλιτεχνικά, αθλητικές δραστηριότητες κ.ο.κ.), την υγεία του (επιλογή παιδιάτρου, υπαγωγή σε ασφάλιση και βιβλιάριο ποιού γονέα κλπ), την επιλογή θρησκεύματος ή μη, την έξοδο του παιδιού από τη χώρα, τις δαπάνες του και την κατανομή τους μεταξύ των γονέων, τον τρόπο επίλυσης των διαφωνιών των γονέων, τον χρόνο αναθεώρησης της συμφωνίας και όποια άλλα ζητήματα μπορεί να οριστούν από το
νομοθέτη, ως το περιεχόμενο του γονεικου προγραμματισμού.

Ο γονεικός προγραμματισμός δέον όπως καταρτίζεται μεταξύ των γονέων είτε με τη σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, είτε με τη γέννηση του τέκνου. Και τούτο, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας καθιστούν ασφαλέστερη για την επίτευξη συμφωνίας επί του προγραμματισμού  μία από τις ανωτέρω αναφερόμενες στιγμές αντί τη στιγμή της διάρρηξης της σχέσης μεταξύ των γονέων. Τυχόν διαφοροποίηση από το προγραμματισμό (είτε κατά τη λήξη της συμβίωσης ή λύσης του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης είτε σε όποιο άλλο χρόνο) θα πρέπει να αιτιολογείται με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Σε περίπτωση που οι γονείς αδυνατούν να έρθουν σε συμφωνία για την κατάρτιση του προγραμματισμού  ανατροφής του τέκνου τους (περίπτωση που βασίμως εικάζεται, ότι θα παρουσιάζεται συνηθέστερα όταν καλούνται να καταρτίσουν το πρόγραμμα ανατροφής του τέκνου τους κατά τη στιγμή της διάρρηξης της σχέσεως τους δια λύσεως του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης, διακοπής της συμβίωσης κ.ο.κ.), καθοριστική μπορεί να είναι η συμβολή του θεσμού της διαμεσολάβησης, με τη συνδρομή πιστοποιημένων διαμεσολαβητών και την επικουρία των κατάλληλων κοινωνικών υπηρεσιών, όπου παρίσταται ανάγκη. Η διαμεσολάβηση αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε έλεγχο ως προς την τήρηση θεμελιωδών κανόνων και αρχών, ουσιαστικών και διαδικαστικών (ισότητα των όπλων των μερών, λοιπές ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις κ.ο.κ.) και η συμφωνία επί του προγραμματισμού  ανατροφής που θα αποτελεί προϊόν διαμεσολάβησης θα μπορεί να αποκτά νομικό κύρος με την επικύρωσή της, κατόπιν του προαναφερόμενου ελέγχου, από δημόσια αρχή. Θα δύναται, δε, να προσβληθεί, όπως και η συναινετική κατάρτιση του προγραμματος ανατροφής, μόνο για σπουδαίο λόγο. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη Ανεξάρτητη Αρχή του Συνηγόρου του Πολίτη, ως ο θεσμικός φορέας διαμεσολάβησης της πολιτείας μας, με ειδική αρμοδιότητα την προάσπιση και προαγωγή των δικαιωμάτων του παιδιού, θα μπορούσε να συμβάλλει τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση ενός διαμεσολαβητικού, εξωδικαστικού μηχανισμού για την κατάρτιση και κύρωση των σχεδίων ανατροφής τέκνων με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την κατάρτιση του προγράμματος ανατροφής (είτε συναινετικά, είτε στο πλαίσιο διαμεσολαβητικής συνδρομής), θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα να μην ανατρέπεται η καθημερινότητα του τέκνου και, ιδίως, να λαμβάνεται υπόψη η άποψη του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του, σύμφωνα με τις επιταγές του άρ.3 της ΔΣΔΠ.

Με την υιοθέτηση του κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας στο σύνολό της και μετά τον χωρισμό των γονέων, το Οικογενειακό μας Δίκαιο μπορεί να επιτελέσει την διακηρυκτική και παιδαγωγική λειτουργία του, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις για την άσκηση της γονικής μέριμνας έχουν ‘κατεξοχήν παιδαγωγικό χαρακτήρα’.

Με την εισαγωγή των διατάξεων για την εναλλασσόμενη κατοικία, η χώρα μας θα ανταποκριθεί στις διεθνείς δεσμεύσεις και συστάσεις, για την ουσιαστική κατοχύρωση της
αρχής της από κοινού ανατροφής του παιδιού, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή διακοπή του νομικού δεσμού μεταξύ των γονέων του και θα διασφαλίσει για τα παιδιά χωρισμένων γονέων τις ίδιες, βέλτιστες, προϋποθέσεις για την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξή τους με τα παιδιά των οποίων οι γονείς δεν έχουν χωρίσει, αποτρέποντας την εμφάνιση προβλημάτων που συνδέονται με το διαζύγιο.

Το Υπουργείο και η Επιτροπή, οφείλουν κατά την αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν παιδιά, να λάβουν  πρωτίστως υπόψη  το συμφέρον τους, κατά την επιταγή του άρ.3 ΔΣΔΠ. Η κατοχύρωση της άσκησης της κοινής νομικής και φυσικής επιμέλειας του τέκνου και από τους δύο γονείς και μετά το διαζύγιο, αποτελεί την πλέον συνεπή -στην πραγματικότητα τη μόνη απολύτως συνεπή με την επιταγή αυτή επιλογή.

    Εκτος γαμου τεκνα 

Γεγονός παραμένει πως όσον αφορά την άσκηση της γονικής μέριμνας, το παιδί που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του ‘δεν εξομοιώνεται απολύτως προς παιδί γεννημένο με γάμο’ . Διότι ενώ μεν η άσκηση της γονικής μέριμνας της μητέρας του είναι κατοχυρωμένη από τη γέννησή του, όπως ισχύει για τα παιδιά που γεννιούνται σε γάμο, δεν υφίσταται αντίστοιχη κατοχύρωση για την άσκηση της γονικής μέριμνας του πατέρα του, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα γεννημένα σε γάμο τέκνα. Αντίθετα, ο νόμος εξαρτά την άσκηση της γονικής μέριμνας του πατέρα από τις προϋποθέσεις. Δυσχεραίνοντας έτσι την απόλαυση του δικαιώματος του παιδιού σε ανατροφή από τους δύο γονείς από τη γέννησή του.

Το άρ.7 παρ.1 ΔΣΔΠ ορίζει

«Το παιδί εγγράφεται στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννησή του και έχει από εκείνη τη
στιγμή το δικαίωμα ονόματος, το δικαίωμα να αποκτήσει ιθαγένεια και, στο μέτρο του
δυνατού, το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς.»

Δύο είναι τα κρίσιμα στοιχεία του άρθρου: πρώτον, ότι το δικαίωμα του παιδιού αρχίζει από τη γέννησή του και δεύτερον, ότι η διάταξη δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μητέρες και πατέρες ούτε σε έγγαμους ή άγαμους γονείς.

Το ίδιο ισχύει και για το άρ.18 ΔΣΔΠ, που κατοχυρώνει την κοινή ανατροφή του παιδιού και από τους δύο γονείς, χωρίς διαφοροποιημένη αναφορά σε μητέρες ή πατέρες και χωρίς να θέτει προϋποθέσεις που ανάγονται στην ύπαρξη ή μη γάμου ή άλλου νομικού δεσμού μεταξύ των γονέων.

Το άρθρο 1515 ΑΚ, όμως, που δεν αρκείται στις τυπικές προϋποθέσεις της αναγνώρισης (των άρ. 1475 επ. ΑΚ), αλλά θέτει και επιπρόσθετες ουσιαστικές για την άσκηση της γονικής μέριμνας του πατέρα, καταφανώς υπολείπεται από το ιδεώδες της Σύμβασης, όσον αφορά τα παιδιά που γεννιούνται και παραμένουν χωρίς γάμο μεταξύ των
γονέων, τα οποία έτσι συνεχίζουν να παραμένουν σε δυσμενέστερο νομικό καθεστώς (παρότι βελτιωμένο συγκριτικά με το προγενέστερο), σε σχέση με τα παιδιά των οποίων οι γονείς ήταν ήδη έγγαμοι (ή σε σύμφωνο συμβίωσης) κατά το χρόνο γέννησής τους ή τέλεσαν γάμο μεταξύ τους μετά την αναγνώριση.

Εάν γίνει δεκτό, ότι η έλλειψη γάμου μεταξύ των γονέων αποτελούσε κάποια δικαιολογητική βάση για τη νομοθετική ρύθμιση του έτους 1983, επειδή τότε οι μη παντρεμένοι γονείς κατά κανόνα δεν ζούσαν μαζί και η λύση της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας ‘θα ήταν συχνά ανεφάρμοστη’, όπως υποστηρίχτηκε στη θεωρία, οπότε επιλέχθηκε η λύση της ‘επικουρικής’ άσκησης της γονικής μέριμνας του πατέρα για την περίπτωση που έπαυε ή ήταν αδύνατο να ασκηθεί εκείνη της μητέρας, σήμερα, που πολλά  παιδιά στη χώρα μας γεννιούνται από γονείς που συζούν σε ελεύθερη ένωση, η βάση αυτή εκλείπει.

Επομένως η χώρα μας είναι αναγκαίο να βελτιώσει την κατοχύρωση του δικαιώματος του παιδιού, που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, σε κοινή ανατροφή και από τους δύο γονείς του, στα πρότυπα ξένων νομοθεσιών, για τις οποίες η μη τέλεση γάμου είναι αδιάφορη για την άσκηση της γονικής μέριμνας του πατέρα, που κατοχυρώνεται αυτόματη και απροϋπόθετη από το νόμο. 

Η τροποποίηση της διάταξης 1515 ΑΚ να μην περιοριστεί στη νομοτεχνική διόρθωση των προηγούμενων αβλεψίων, αλλά να επιφέρει ουσιαστική μεταβολή στον κανόνα για την άσκηση της γονικής μέριμνας παιδιών γεννημένων χωρίς γάμο, αναγνωρισμένων από τον πατέρα, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στα νέα κοινωνικά δεδομένα, στα ευρωπαϊκά πρότυπα, και ιδίως στις επιταγές της Διεθνούς Σύμβασης Δικαιωμάτων του Παιδιού, που μας δεσμεύουν, επιλύοντας το ουσιαστικό πρόβλημα της ρύθμισης.

Για όλους τους λόγους, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, οι Κώδικες Οικογενειακού Δικαίου της Τσεχίας και της Σλοβακίας (άρ.34 παρ.1) και της Ουγγαρίας (άρ.72 παρ.1) καθιερώνουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας όλων των παιδιών, ανεξαιρέτως.


Οι Αστικοί Κώδικες της Ισπανίας (άρ.154&111) και της Πολωνίας (άρ.93 παρ.2), από την άλλη, τεκμαίροντας αδιαφορία του αντιδικήσαντα πατέρα, κατοχυρώνουν την αυτόματη από κοινού άσκηση της επιμέλειας των παιδιών, οι πατέρες των οποίων προέβησαν σε εκούσια αναγνώριση.

 

 

Δείτε την παρουσίαση της μελέτης στην ημερίδα του ΓΟΝ.ΙΣ στην Ιονίδιο σχολή την 8-6-2019 

    δείτε την κάνοντας κλικ  εδώ 

 

 

 




Ακολουθήστε μας...


210 3251850

697 2755552

info@gonis.org.gr