ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΟΡΙΑ Ή ΤΙΜΩΡΙΑ;

Ένα βασικό ζήτημα που προβληματίζει τους γονείς σχετικά με την ανατροφή του παιδιού τους είναι αυτό της συμπεριφοράς του παιδιού.

Συχνά, οι γονείς παρεμβαίνουν στη συμπεριφορά του παιδιού θέλοντας να τη διαμορφώσουν προς το καλύτερο, Ψ Για το λόγο αυτό εφαρμόζουν διάφορες μορφές τιμωρίας σαν μέσο πειθαρχίας και διαπαιδαγώγησης, θέλοντας να καταστείλουν άμεσα κάποια ανεπιθύμητη συμπεριφορά και χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους λόγους που οδηγούν το παιδί σε αυτή.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως πάντα υπάρχει κάποιος λόγος πίσω από κάθε ανεπιθύμητη συμπεριφορά ενός παιδιού. Κάτι θέλει να μας δείξει με αυτή τη συμπεριφορά του. Κάτι θέλει να μας πει. Σύμφωνα με την αναπτυξιολόγο Karen DeBord, οι λόγοι για τους οποίους ένα παιδί παρεκτρέπεται συνήθως είναι οι εξής τέσσερις:

Προσοχή: Όταν το παιδί πιστεύει ότι είναι σημαντικό μόνο όταν οι άλλοι ασχολούνται μ’ αυτό. Σε αυτή την περίπτωση εκδηλώνει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά προκειμένου να τραβήξει το ενδιαφέρον του ενήλικα.

Δύναμη: Όταν το παιδί θέλει να αποδείξει ότι κανείς δε μπορεί να το ελέγξει. Τότε, δεν υπακούει σε κανόνες και υποδείξεις του ενήλικα.

Εκδίκηση: το παιδί νιώθει σημαντικό όταν πληγώνει τους άλλους, καθώς νιώθει και το ίδιο πληγωμένο.

Ανικανότητα: Όταν το παιδί νιώθει αβοήθητο ή αδύναμο να κάνει κάτι, προσπαθεί να πείσει τον ενήλικα να μην περιμένει τίποτα απ’ αυτό.

H τιμωρία σε οποιαδήποτε μορφή της δείχνει έλλειψη σεβασμού στο παιδί, δημιουργεί στο παιδί ανασφάλεια και το κάνει να πιστεύει πως δε μπορεί να ελέγξει το ίδιο τη συμπεριφορά του.

Επιπλέον, είναι αποδεδειγμένο πως η τιμωρία δεν αποδίδει μακροπρόθεσμα και σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηρίζεται πλήρως αναποτελεσματική.

Όπως αναφέρει και ο Schleiermacher από το 1820 «οι ποινές δεν είναι παιδαγωγικό μέτρο, δεν ανταποκρίνονται στους σκοπούς της αγωγής. Προκαλούν ανεπιθύμητα βιώματα και παθολογική συμπεριφορά» (ΜΕΤΟΧΙΑΝΑΚΗΣ Η., 2000, σελ.438).

Ειδικότερα αναφέρουμε τα παρακάτω μειονεκτήματα της τιμωρίας:

Μαθαίνει τα παιδιά τι να μην κάνουν και όχι τι να κάνουν.

Αναστέλλει παρά προάγει τη διαδικασία της μάθησης καθώς προκαλεί φόβο και άγχος.

Μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά επιθυμία εκδίκησης και άλλα αρνητικά συναισθήματα.

Μαθαίνει τα παιδιά να λένε ψέματα και να κρύβονται προκειμένου να αποφύγουν την τιμωρία.

Μπορεί να ενισχύσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά σε περίπτωση που το παιδί τη χρησιμοποιεί για να τραβήξει την προσοχή.

Η αγωνία και ο φόβος που προκαλούν στο παιδί μπορεί να γενικευτούν και σε άλλους τομείς. (STONES, 1966)

 

Βλέποντας, λοιπόν, τις αρνητικές επιδράσεις της τιμωρίας εύλογα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί «για ποιό λόγο οι γονείς επιλέγουν την τιμωρία;»

Η συμπεριφορά και η στάση του γονέα απέναντι στο παιδί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο είναι αυτή που θα στοιχειοθετήσει και τον τρόπο με τον οποίο εκείνος θα αντιμετωπίσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού. Στην περίπτωση που ο γονέας έχει δημιουργήσει μια σχέση υποστηρικτική με το παιδί του, μια σχέση η οποία βασίζεται στο να βοηθήσει το παιδί να εξελιχθεί κατανοώντας τις ανάγκες και τις ικανότητές του, τότε δεν θα έχει την ανάγκη να επιβληθεί στο παιδί μέσω της τιμωρίας.

Πολλές φορές, όμως, ο γονέας θεωρεί πως βρίσκεται σε θέση ισχύος και θέλει να δείξει ότι έχει εξουσία. Άλλες φορές, δε μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση του παιδιού με διαφορετικό τρόπο, επομένως χρησιμοποιεί τη «λύση» της τιμωρίας. Σε αυτή την περίπτωση η τιμωρία φαντάζει αποτελεσματική, αφού η ανεπιθύμητη συμπεριφορά, συνήθως, σταματάει αμέσως (αλλά όχι μακροπρόθεσμα) και το παιδί την ώρα εκείνη δείχνει μετανιωμένο.

Από την άλλη πλευρά, έρχονται τα όρια και οι συνέπειες να δώσουν στους γονείς έναν άλλο τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπίσουν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού τους.

Η σημασία της οριοθέτησης στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού είναι σπουδαία. Τα παιδιά χρειάζονται τα όρια για να μπορούν να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά και να γνωρίζουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν. Γνωρίζοντας τα δικά τους όρια, μαθαίνουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν και τα όρια του άλλου, όντας με αυτόν τον τρόπο ικανά να συμπεριφερθούν ανάλογα σε μια κοινωνική ομάδα ή περίσταση.(ΤΖΑΒΑΛΙΑ Κ., 2011)

Από την ηλικία των 3 ετών τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν τη σχέση μεταξύ πράξης και συνέπειας. Έχει, λοιπόν, νόημα να εξηγούμε στα παιδιά μέχρι που μπορούν να φτάσουν για να ξέρουν και πότε η συμπεριφορά τους δεν είναι αποδεκτή (ΚΟΝΤΟΥ Ε., 2005). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη της συμπεριφοράς τους και δε νιώθουν ότι ο ενήλικας τα εξουσιάζει. Ακόμη, η οριοθέτηση στην καθημερινότητά τους παρέχει στα παιδιά ένα σταθερό περιβάλλον και τους δείχνει το ενδιαφέρον του γονέα.

Σύμφωνα με τον παιδοψυχίατρο Pruet K. και την παιδοψυχολόγο Pruet M. Kl., οι γονείς δεν πρέπει να φοβούνται να θέσουν κάποια όρια στο παιδί τους και να νιώθουν σαν “μπαμπούλες”. Αντιθέτως, καλό είναι να έχουν στο μυαλό τους πως με την οριοθέτηση βοηθούν το παιδί να αποκτήσει σταδιακά αυτοέλεγχο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, προετοιμάζουν το παιδί για μια ομαλή ένταξη στην κοινωνία, οδηγώντας το μακροπρόθεσμα στο δρόμο της ανεξαρτησίας (αφού το παιδί νιώθει ασφαλές ακόμα και όταν δεν είναι με τους γονείς του). (PRUET K., PRUET M. Kl., 2013)

Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει τα όρια να συγχέονται με την τιμωρία. Η ύπαρξη ορίων και συνεπειών σημαίνει ότι δίνουμε στο παιδί επιλογές και όχι εντολές. Τα όρια δίνουν στο παιδί λογικές εξηγήσεις όσον αφορά τη συνέπεια της πράξης τους και δεν έχουν στόχο τη βραχυπρόθεσμη καταστολή μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, αλλά τη διαμόρφωση μιας συμπεριφοράς που θα διευκολύνει την καθημερινότητα τόσο των παιδιών όσο και των γονέων. Βέβαια, για να είναι αποτελεσματικά θα πρέπει να εφαρμόζονται με μέτρο και κάθε «απαίτηση» από το παιδί πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως τα όρια θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού, να είναι σταθερά και ξεκάθαρα στο παιδί.

Σύμφωνα με τη σύμβουλο ψυχικής υγείας Λαζάρου Κ. (2012), πρέπει να υπάρχουν όρια εξ’ αρχής και όχι να τα δημιουργούμε τη στιγμή που εκδηλώνεται η ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Επιπροσθέτως, κάθε πράξη του παιδιού καλό είναι να μη συγκρίνεται με κάποια προηγούμενη, ούτε να θεωρείται πως θα επαναληφθεί στο μέλλον και κάθε συνέπεια πρέπει να είναι σχετική με την πράξη και να γίνεται μετά την πράξη και όχι με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, γιατί τότε το παιδί μπερδεύεται και δεν καταλαβαίνει το λόγο. Τέλος, κατά την οριοθέτηση ο γονέας πρέπει να δίνει την πλήρη προσοχή του στο παιδί και να του μιλάει με σοβαρότητα και ηρεμία.

Σημαντικό στοιχείο στη διαδικασία αυτή είναι να κρίνουμε τη συμπεριφορά και σε καμία περίπτωση να μην κρίνουμε το ίδιο το παιδί. Του λέμε, για παράδειγμα, «δε μου άρεσε καθόλου αυτό που έκανες» και όχι «είσαι κακό παιδί αφού έκανες κάτι τέτοιο». Όλα αυτά δε σημαίνουν πως η καθημερινότητα μας με το παιδί πρέπει να διέπεται από ένα αυστηρό πλαίσιο, κανόνων και ορίων. Πολύ σημαντική είναι η ανταμοιβή της θετικής συμπεριφοράς και η ενίσχυσή της, καθώς και το να επαινούμε την προσπάθεια του παιδιού στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.

Το παραπάνω άρθρο, φυσικά, δεν έχει στόχο να κρίνει τους γονείς, ούτε να τους υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα αναθρέψουν το παιδί τους, λέγοντας τι «πρέπει» και τι «δεν πρέπει» να κάνουν. Κάτι τέτοιο θα έκανε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών απρόσωπη και τυπική. Άλλωστε, το μόνο σίγουρο είναι ότι κανένας δε γνωρίζει ένα παιδί καλύτερα από τους ίδιους του τους γονείς.

Ας κρατήσουμε για το τέλος, πως «Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ενθαρρύνεις το παιδί να έχει μια καλή συμπεριφορά. Η αφετηρία είναι να έχεις μια υγιή, θετική και υποστηρικτική σχέση μαζί του », όπως υποστηρίζεται και από την A.A.C.A.P. (American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 2012).

  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ American Academy of Child & Adolescent Psychiatry (2012). Facts for families: Physical Punishment. Ανάκτηση 7 Μαΐου 2014, Stones, E. (1966).

An Introduction to Educational Psychology. London: Methuen & Co Ltd

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ

Κοντού, Ε. (2005). Προβληματισμοί σε θέματα πειθαρχίας. [πτυχιακή εργασία] Αθήνα: Τ.Ε.Ι., Σ.Ε.Υ.Π. Λαζάρου, Κ. (2012).

Όρια στη νηπιακή ηλικία: Φροντίδα ή τιμωρία;- Περιοδικό: Σύγχρονο νηπιαγωγείο. (τεύχος 89). Ανάκτηση 9 Μαΐου 2014, Μετοχιανάκης, Η. (2000).

Εισαγωγή στην παιδαγωγική. (Β΄ έκδ., α΄ τ.) Ηράκλειο: Ιδιωτική έκδοση.

Pruet, K., & Pruet, M. Kl., (2013), Δύο γονείς για την ανατροφή του παιδιού. [Επιμ. Γεωργιάδου Μ., Παπουτσάκη Κ., Καλαποθαράκος Δ.], [Κεφ. 7, σελ.125,127,138] Έκδοση: ΓΟΝ.ΙΣ.

Τζαβαλιά, Κ. (2011). Ανάπτυξη και όρια.

 

* της Παιδαγωγού Προσχολικής Ηλικίας Ασπασίας Σκορδίλη,

Εθελόντρια ειδικός στο κέντρο στήριξης οικογενειακών σχέσεων του Συλλόγου ΓΟΝ.ΙΣ

Δημοσιεύεται πρώτη φορά ΣΗΜΕΡΑ 15-5-2014 κατόπιν αδείας της συγγραφέως.

Ευχαριστούμε θερμά την εθελόντρια μας για την συνεργασία.


Τα δικά σας σχόλια

Ο ΓΟΝ.ΙΣ. δημοσιεύει όλα τα σχόλια που αναρτούν οι επισκέπτες και είναι σχετικά με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ιστοσελίδας Δεκτές είναι οι όλες οι απόψεις, ακόμη και όσες είναι αντίθετες με την φιλοσοφία, την εμπειρία και την γνώση του ΓΟΝ.ΙΣ. Όμως διατηρούμε το δικαίωμα να απορρίψουμε όσα σχόλια περιέχουν συκοφαντικό ή υβριστικό περιεχόμενο, καθώς και όσα σχόλια συστηματικά υποθάλπτουν το έργο του ΓΟΝ.ΙΣ.







Ακολουθήστε μας...


210 3251850

697 2755552

info@gonis.org.gr