Εθελοντής και Εθελοντική Εργασία

Το ‘Δέον‘ και το ‘Είναι‘

Η έννοια του εθελοντή αποτελεί έναν ιδεότυπο με κύρια χαρακτηριστικά του την ανιδιοτέλεια , την κοινωνική προσφορά και την ελευθερία βούλησης.

Σε ποιο βαθμό όμως ανταποκρίνονται στη σημερινή πραγματικότητα;

Ο όρος "εθελοντής" πρωτοεμφανίστηκε το 1750 και είχε το νόημα της έκκλησης προς τους πολίτες να ενταχθούν στο στρατό σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, αντλεί την καταγωγή του και από την εκκλησία και τις θρησκευτικές οργανώσεις εμφανιζόμενη ως "θεληματική δωρεά", δηλαδή ως η έμπρακτη φιλανθρωπική δραστηριότητα των χριστιανών που εμπνέονταν από την παραβολή του "καλού Σαμαρείτη" ( Cnaan et al, 1993: 37, Cnaan and Amrofell, 1994 : 335-336, Cnaan et al , 1996 : 360-362 ).

Σήμερα η έννοια της εθελοντικής εργασίας συμπεριλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα κοινωνικών δραστηριοτήτων που ωφελούν έμμεσα και άμεσα κοινωνικές ομάδες ή το κοινωνικό σύνολο. Από τους πλέον γνωστούς μελετητές ,ο Van Til ( 1988 ) ορίζει την εθελοντική εργασία ( volunteering) ως δραστηριότητα που δεν προκύπτει από διαταγή ή εξαναγκασμό και έχει στόχο το γενικότερο καλό και το όφελος της κοινωνίας. Προς την ίδια κατεύθυνση, ο Brudney συμπληρώνει ότι αφορούν σε δραστηριότητες που δεν προκύπτουν από βιολογική ανάγκη ή κοινωνική επιταγή ,ο στόχος δεν είναι το κέρδος και θεωρούνται ευεργετικές από τους εθελοντές ή την κοινωνία γενικότερα ( 1998 ).


                          Τα βασικά συστατικά στοιχεία
      που προσδιορίζουν την έννοια της εθελοντικής εργασίας είναι 

 

 

Ένα βασικό επίπεδο ανάλυσης αναφέρεται στις έννοιες του αλτρουισμού και της φιλανθρωπίας και τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται κοινωνικά, καθώς ο εθελοντισμός εμπεριέχει τη διάσταση της ανιδιοτελούς προσφοράς προς όφελος τρίτων.

Τόσο η φιλανθρωπία όσο και ο εθελοντισμός χρησιμοποιούνται σήμερα διασταλτικά και αναφέρονται σε δραστηριότητες που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την υποστήριξη των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά εκτείνονται σε ποικίλα πεδία όπως του πολιτισμού, της οικολογίας, της επιστήμης και της αναψυχής.

Ο εθελοντισμός απευθύνεται σε ολόκληρη την κοινωνία και όχι απαραίτητα προς τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Τα κύρια χαρακτηριστικά του εθελοντισμού δηλαδή ο μη εξαναγκασμός, η ανιδιοτέλεια και η προσφορά σε τρίτους ή στην κοινωνία γενικότερα, αν και είναι φαινομενικά σαφή κρίνονται ωστόσο αδόκιμα όταν προσπαθούμε να τα εντοπίσουμε σε εμπειρικό επίπεδο, σε βαθμό που είναι εξαιρετικά δύσκολο να καθορίσουμε ποιος είναι τελικά εθελοντής και ποιος όχι.

Η εθελοντική πράξη γενικά ( voluntary action )αναφέρεται σε όλες τις μη βιολογικά αναγκαίες ενέργειες που δεν έχουν υποχρεωτική μορφή και περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα ( Ellis, 1998 ) που μπορεί "να κάνουν κάποιον να αισθάνεται καλά" ( Van Til, 1988 : 6-7 ).

Φυσικά, η ελευθερία της βούλησης αποτελεί αντικείμενο στοχασμού σε ολόκληρη την ιστορία της δυτικής σκέψης και εμφανίζεται με δύο θεμελιώδεις μορφές : Τον θεολογικό και τον φιλοσοφικό βολονταρισμό. Δυνητικά ο άνθρωπος έχει πάντοτε περισσότερες από ότι πιστεύει ότι έχει, αλλά οι κανόνες της συνύπαρξης υποδηλώνουν συγκεκριμένα όρια ελευθερίας ώστε οι επιλογές του να είναι συμβατές με τις αποδεκτές κοινωνικές νόρμες και συμπεριφορές του άμεσου και ευρύτερου περιβάλλοντος.

Μέσα σε αυτά τα όρια προσδιορίζεται και ο βαθμός ελευθερίας λήψης αποφάσεων από ένα συγκεκριμένο εύρος αποδεκτών κοινωνικών συμπεριφορών ακόμα και αν οι επιλογές είναι πολύ προσωπικές και δεν έχουν οποιαδήποτε επίδραση στη ζωή των άλλων. Η εθελοντική προσφορά εργασίας δεν αποτελεί στις περισσότερες περιπτώσεις ελεύθερη επιλογή, αλλά μπορεί να λειτουργεί ως κανόνας ενσωμάτωσης στα πλαίσια της γειτονιάς, της κοινότητας, των φιλικών και συγγενικών δικτύων. Αυτός ο έμμεσος εξαναγκασμός δεν προκύπτει μόνο σε διαπροσωπικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο κοινωνίας ευρύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσφορά εθελοντικής εργασίας με στόχο μία θέση στην αγορά εργασίας. Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε εθελοντές στην Αγγλία ( Sheard, 1995 : 120 ) και στις Η.Π.Α. ( Weisbrod, 1988 : 134 ) το 2% και το 10% αντίστοιχα απάντησαν ότι το κύριο κίνητρο τους ήταν η απόκτηση προϋπηρεσίας με στόχο μια αμειβόμενη θέση απασχόλησης.

Η διασταλτική οικονομική ερμηνεία της έννοιας του εθελοντή παράγεται από τον υπολογισμό της σχέσης "προσωπικό κόστος-όφελος". Η άποψη αυτή, βασιζόμενη στη θεωρία της "ορθολογικής επιλογή" ( rational choice theory ) ,εξετάζει το κόστος της προσωπικής συνεισφοράς σε συνάρτηση με τα πιθανά οφέλη που αποκομίζει το ίδιο το πρόσωπο ( Handy et al, 2000 ) και προσδιορίζεται από την εξής σχέση :

  Κόστος υπηρεσιών-οφέλη = ( +) εθελοντική προσφορά ή ( -)μη εθελοντική

Αν το πρόσημο της σχέσης είναι θετικό το άτομο δύναται να θεωρηθεί εθελοντής, αν είναι αρνητικό το άτομο δρα ιδιοτελώς σε οποιαδήποτε οργανωσιακή μορφή και αν εντάσσεται η εργασία του ( ιδιωτική μη κερδοσκοπική οργάνωση, καθαρά εθελοντική οργάνωση, κρατικός τομέας ). Στην πρώτη περίπτωση ενεργεί περισσότερο "ανορθολογικά", εθελοντικά, αλτρουιστικά, ενώ αν το πρόσημο είναι αρνητικό δεν είναι εθελοντής ,αλλά όσο υψηλότερο είναι το θετικό αποτέλεσμα της σχέσης τόσο περισσότερο θεωρείται αλτρουιστής, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στις κλίμακες του "αγνού" εθελοντισμού (Cnaan et al, 1996 : 366).

Τα κίνητρα για εθελοντική εργασία συνήθως αντλούνται από περισσότερες από μία αφετηρίες ( Clary et al, 1996 )και συνήθως " ο εθελοντισμός έχει ως κίνητρο κάποιο συνδυασμό ατομικού συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το καλό των άλλων" ( Brown, 1999 : 5 ). Δηλαδή, οι ιδιοτελείς λόγοι με τους αλτρουιστικούς αποτελούν ένα μίγμα με διαφορετικές ανά περίπτωση αναλογίες.

Οι κατηγορίες των ανταμοιβών που θεωρούνται ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με την "ηθική διάσταση" της εθελοντικής εργασίας σύμφωνα με τους Cnaan και Ambrofell είναι :

 

Ο εθελοντισμός φυσικά, δεν εντοπίζεται μόνο στον Τρίτο, στον ανεπίσημο ή στον τομέα της κοινωνίας των πολιτών γενικότερα, αλλά εκτείνεται και στον κρατικό και τελευταία στον τομέα της αγοράς ( Cnaan and Ambrofell, 1994 : 343, Brudney and Kellough, 2000 ).Ο κρατικός τομέας χρησιμοποιεί την εθελοντική εργασία σε διάφορους τομείς όπως στους εθελοντές πυροσβέστες, στην ασφάλεια, σε διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και σε φυσικές καταστροφές ( Brudney 1998, 62 ).

Η αξιοποίηση της εθελοντικής εργασίας από το κράτος είναι πιο διαδεδομένη στις Η.Π.Α. και τον Καναδά, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες χώρες με πιο εκτεταμένο γραφειοκρατικό μηχανισμό. Συμπεραίνεται ότι είναι δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς την έννοια του εθελοντή.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις αφορούν σε τρεις διαστάσεις :

 

Οι οικονομολόγοι παραδέχονται ότι η χρηματική αμοιβή αποτελεί καθεαυτή ένα ισχυρότατο κίνητρο προς εργασία. Συνεπώς η εθελοντική εργασία οφείλει να προσδιορίζεται από την έλλειψη αυτού του ισχυρού και εύκολα αναγνωρίσιμου χαρακτηριστικού.

Ένας πιο χρήσιμος ορισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει όλους αυτούς που παρέχουν δωρεάν εργασία ( χωρίς μισθό ), αλλά με οποιεσδήποτε άλλες απολαβές οι οποίες σε καμία περίπτωση να μην υπερβαίνουν χρηματικά το ύψος ενός ανάλογου μισθού που δίδεται από την αγορά ή το κράτος για ανάλογη θέση απασχόλησης. Με βάση την παράμετρο της ανιδιοτελούς προσφοράς προς τρίτους, οι πραγματικοί εθελοντές είναι πολύ λιγότεροι σε αναλογία από όλους όσοι εργάζονται χωρίς αμοιβή υπηρετώντας ένα κοινωνικό σκοπό ( λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά ). Οι ανταμοιβές ( αλλά όχι με τη μορφή χρήματος ) είναι ποικίλες και όπως αποδεικνύεται είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε το βαθμό ανιδιοτέλειας και να χαράξουμε μια διαχωριστική γραμμή. Τα κίνητρα δύναται να είναι από άκρως αλτρουιστικά, χωρίς οποιαδήποτε μορφή ανταμοιβής εκτός της "ψυχικής και συναισθηματικής πλήρωσης", έως υπολογιστικά όπου οι άλλου είδους ανταμοιβές λειτουργούν ως ισχυρά κίνητρα ενασχόλησης.

Παρακάτω παραθέτουμε την έννοια της εθελοντικής εργασίας όπως διαμορφώνεται από τις απαντήσεις των εθελοντών μέσα από έρευνες : Η κοινωνικά, οικονομικά και ατύπως θεσμικά επιβαλλόμενη. Αφορά σε κάποια μορφή δωρεάν εργασίας που η μη παροχή της δεν λειτουργεί ευθέως επιζήμια για το άτομο, αλλά εντάσσεται στις προσδοκίες του κοινωνικού περιβάλλοντος ( κοινωνικές επιταγές, κοινωνικές νόρμες ) λειτουργώντας ως κριτήριο ένταξης και αποδοχής σε μία κοινότητα, ομάδα. Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται και η εθελοντική εργασία με σκοπό την απόκτηση προϋπηρεσίας ή γνώσεων με στόχο μια αμειβόμενη θέση απασχόλησης. Σε αυτή την κατηγορία δεν υπάρχει καταναγκασμός, αλλά εξαναγκασμός από το περιβάλλον στο βαθμό που το άτομο θέλει να πετύχει κάποιους προσωπικούς στόχους.

Η ελεύθερη- αβίαστη επιλογή που σχετίζεται με την ελεύθερη βούληση και με την προσφορά δωρεάν εργασίας προς τρίτους, μέσα σε οργάνωση ή άτυπα και αφορά άμεσα στα ενδιαφέροντα και τις πεποιθήσεις του ατόμου. Κάποιας μορφής ανταπόδοση ίσως είναι επιθυμητή, αλλά όχι το βασικό κίνητρο για την προσφορά.

Ως ελεύθερη επιλογή που παρέχεται σαν αντάλλαγμα για κάποια προσωπικά οφέλη, τα οποία δύναται να προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα, μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα.

Ένας ευρύτερος ορισμός, μινιμαλιστικός ως προς τις προϋποθέσεις και μαξιμαλιστικός ως προς το προσδιοριζόμενο πεδίο, θα όφειλε να συμπεριλαμβάνει τα εξής στοιχεία :

Η εργασία που παρέχεται δωρεάν (με την έννοια της απουσίας χρηματικών απολαβών)

Τα κίνητρα για την προσφορά δύναται να είναι από άκρως ιδιοτελή έως άκρως αλτρουιστικά. Δηλαδή, η απουσία του μισθού τη διαχωρίζει από την έννοια της αμειβόμενης θέσης απασχόλησης. Και έχει θετικές κοινωνικές εκροές για ομάδες, κοινότητες, ή την κοινωνία γενικά, ασχέτως αν είναι συνειδητός ή όχι ο σκοπός για τον οποίο εργάζεται κάποιος.

Δύναται και ο ίδιος ο σκοπός να είναι αδιάφορος για τον ίδιο ή στην πιο ιδιοτελή και υπολογιστική εκδοχή το πρόσωπο που παρέχει την εργασία να είναι ακόμα και αντίθετο με τον συγκεκριμένο σκοπό, αλλά να προσδοκά προσωπικά οφέλη.

Τα αποτελέσματα όμως της εργασίας του δύναται να είναι σημαντικά και να υπηρετούν κάποιο κοινωνικό σκοπό. Παρέχεται μέσα από τον κρατικό, κερδοσκοπικό, μη κερδοσκοπικό ή και τον ανεπίσημο τομέα, οργανωμένα ή ατομικά. Δεν προκύπτει η εργασία του από ρητή εξαναγκαστική εντολή που αφορά και σε πιθανές κυρώσεις από το κράτος ή τον εργοδότη του ( στον τομέα της αγοράς ), αλλά δύναται να "επιβάλλεται" από κοινωνικούς, οικονομικούς ή άλλους λόγους.

Η εργασία του κατευθύνεται προς τρίτους και όχι προς συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και ανάλογα κοινωνικά δίκτυα που μετέχει, όπου η ανάλογη ανταπόδοση των δωρεάν υπηρεσιών του από τους άλλους θεωρείται δεδομένη, ώστε η μη ανταπόδοση να αποτελεί λόγο αποξένωσης ή αποβολής του από αυτά.


   ΠΗΓΗ

Ζάννης, Π. ( 2004 ), Εθελοντής και Εθελοντική Εργασία : Το "Δέον" και το "Είναι" , Κοινωνική Εργασία. Επιθεώρηση Κοινωνικών Επιστημών,τ.75,χ.19,σ.σ.167-178.

 







Ακολουθήστε μας...


210 3251850

697 2755552

info@gonis.org.gr